ευαγγελικός

-ή, -ό (ΑΜ εὐαγγελικός, -ή, -όν) [ευαγγέλιο]
1. αυτός που ανήκει ή περιέχεται στο Ευαγγέλιο («ευαγγελικές ρήσεις»)
2. ο σύμφωνος με τα διδάγματα τού Ευαγγελίου («ευαγγελική υπομονή»)
νεοελλ.
1. το αρσ. ως ουσ. ο Ευαγγελικός
αυτός που ανήκει στον κλάδο τού δόγματος τών Διαμαρτυρομένων, τού οποίου οι οπαδοί παραδέχονται το Ευαγγέλιο ως την αποκλειστική πηγή τής χριστιανικής θρησκείας, αλλ. Ευαγγελιστής
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα Ευαγγελικά
η εξέγερση που έγινε στην Αθήνα το 1891 εναντίον τής μεταφράσεως τού Ευαγγελίου
μσν.
(για όρκο) αυτός που δίνεται με το χέρι πάνω στο Ευαγγέλιο
αρχ.
αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε καλή αγγελία («εὐαγγελικὴ χαρά»).
επίρρ...
ευαγγελικώς και ευαγγελικά (ΑΜ εὐαγγελικῶς)
σύμφωνα με τις αρχές τού Ευαγγελίου («όποιος ζει ευαγγελικά θα πάει στον παράδεισο»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευαγγελικός — ή, ό 1) евангельский; 2) Ευαγγελικοί οι Евангелисты (Евангелики)– сторонники Евангелической Протестанской церкви; ΦΡ. Ευαγγελικές Εκκλησίες οι Евангельские Церкви, возникшие после Протестанской Реформации …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευαγγελικός — [эвангэликос] επ. евангельский …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευαγγελικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο Ευαγγέλιο: Ευαγγελική περικοπή. 2. αυτός που ανήκει στο δόγμα των διαμαρτυρομένων: Εκκλησία των ευαγγελικών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευαγγέλιος — εὐαγγέλιος, ὁ (A) (ΑΜ και εὐαγγέλιος, ον) [ευάγγελος] αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, ο ευαγγελικός («εὐαγγέλιος φωνή», Κλήμ. Αλ.) αρχ. 1. αυτός που φέρνει ευχάριστη είδηση, καλή αγγελία 2. ως επίθ. τού Διός 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ Εὐαγγέλιος… …   Dictionary of Greek

  • ευαγγελιστής — ο, θηλ. ευαγγελίστρια (ΑΜ εὐαγγελιστής, θηλ. εὐαγγελίστρια) [ευαγγελίζομαι] κάθε ένας από τους συγγραφείς τών τεσσάρων ιερών Ευαγγελίων, τα οποία περιέχονται στον κανόνα τής Καινής Διαθήκης (δηλ. οι απόστολοι Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης) …   Dictionary of Greek

  • καββάλα — (εβρ. kabbalah). Εβραϊκή μυστικιστική διδασκαλία, η οποία κατά τον 12o αι. άρχισε να αποκτά δική της οντότητα μέσα στο σύνολο των εβραϊκών μυστικιστικών διδασκαλιών. Σε αυτήν συναντώνται στοιχεία προηγούμενων ιουδαϊκών αντιλήψεων, αραβικής… …   Dictionary of Greek

  • ανάγραμμα ή αναγραμματισμός — Η μετάθεση των γραμμάτων των λέξεων με τέτοιο τρόπο, ώστε να παράγονται άλλες λέξεις με διαφορετική σημασία. Η επινόηση του α. ανάγει την εμφάνισή της στους αλεξανδρινούς χρόνους και γνώρισε μεγάλη διάδοση την περίοδο του Μεσαίωνα. Είναι… …   Dictionary of Greek

  • Ευαγγελική Εκκλησία — Προτεσταντική ομολογία την οποία ίδρυσε, αρχικά με την ονομασία Ευαγγελική Εταιρεία, ο Αμερικανός μεθοδιστής Ιάκωβος Άλμπρεχτ (1759 1808). Αργότερα, το 1922, μετονομάστηκε Ευαγγελική Εκκλησία. Η διδασκαλία της είναι κράμα μεθοδισμού και ηθικού… …   Dictionary of Greek

  • Κλεόπας, Διονύσιος — (Θεσσαλονίκη 1816 – Κωνσταντινούπολη 1861). Θεολόγος και συγγραφέας. Το 1830 επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα, ο πατριάρχης των οποίων, Ιερόθεος, τον βοήθησε οικονομικά στις σπουδές του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το 1849 διορίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Λούθηρος, Μαρτίνος — (Martin Luther, Άισλεμπεν 1483 – 1546). Γερμανός θεολόγος. Καταγόταν από οικογένεια χωρικών και ανατράφηκε με τον συνήθη, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τρόπο, όπου κυριαρχούσαν η πειθαρχία και η ευσέβεια. Διεξήγαγε τις εγκύκλιες σπουδές του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.